"Σαν ο νους που θυμάται και μι’ ανάμνηση κλείνει,
ο δικός μου, καράβι μ’ ουρανό και σελήνη.
Αρυτίδωτες θάλασσες φέρει μέσα· ποτές
τα γλαρόπουλα πάνω τους με φτερούγες κλειστές.
Βασιλέματα – θαύματα που ο Θεός έχει χτίσει,
δεν θυμίζουνε διόλου ζωγραφιάς νεκρή φύση.
Του πρωινού κείνο τ' άστρο, που το λεν αυγινό,
δεν αφήνει τα χρώματα να ριφθούν στο κενό.
Ήλιος! κόλποι και βράχια και κει πάνω γοργόνες,
μελετούν με τ’ ανθόζωα – τις μικρές ανεμώνες.
Φιλογέλωτας λέοντας με μια φώκια Monachus…
και τα φύκη χορεύοντας να χαϊδεύουν τους βράχους.
Έτσι, η σκέψη που θέλει και σ’ ανάμνηση λύνει,
ν αρχινά το ταξίδι πρέπει ως… τη σελήνη.
Έγνοια μόνη, να τα 'χει μέσα ο νους φυλαγμένα,
σαν κρυστάλλινα κάποιας συλλογής, προσεγμένα."

