Το λόγο έχει η καρδιά
Τα λόγια φτάνουν ως τα χείλη τ' ανοιχτά
μα μένουνε εκεί η γλώσσα δεν τα λέει
γι' αυτό το λόγο δίνω στην αγνή καρδιά
κι αυτή στον Ύψιστο Θεό μιλά και κλαίει.
Μα γλώσσες εκατό, του κόσμου κι αν μιλά
δε θα 'βρει ένα λόγο για ν' εξιστορήσει
τον τρόμο αδικοχαμένης προσφυγιάς
βουνά που δρασκελά, ζυγό να μη γνωρίσει.
Ας ήταν πια μόνο το χέρι του Θεού
τον πόνο και το θάνατο να τον ορίζει
και άνθρωπος τον άνθρωπο να τον πονά κι απ' τη φαμίλια του
τον πόνο και το θάνατο να τον ορίζει
και άνθρωπος τον άνθρωπο να τον πονά κι απ' τη φαμίλια του
να μην τον ξεχωρίζει.
Ρωμιό και Τούρκο γέννησε η ίδια γης
μ' αυτή η ίδια γη, κάποτε σε χορταίνει
και κάποτε τις σάρκες σου με λύσσα τρω
οχιά ακουμαντάριστη καταραμένη.
Μηδέ ζωή ορίζω πια, μηδέ τιμή
σαν έμβρυο νεκρό να μοιάζει ο αγώνας
στης μάνας του Ελλάδας, τη σαθρή κοιλιά
σαν πύργος άχρηστος μιας άλλης Βαβυλώνας.
Ρωμιό και Τούρκο γέννησε η ίδια γης
μ' αυτή η ίδια γη, κάποτε σε χορταίνει
και κάποτε τις σάρκες σου με λύσσα τρω
οχιά ακουμαντάριστη καταραμένη.
Μηδέ ζωή ορίζω πια, μηδέ τιμή
σαν έμβρυο νεκρό να μοιάζει ο αγώνας
στης μάνας του Ελλάδας, τη σαθρή κοιλιά
σαν πύργος άχρηστος μιας άλλης Βαβυλώνας.
Το σκοτεινότερο ξημέρωμα Ρωμιών
η μέρα ήταν, που οι ζωντανοί ζηλεύαν
αυτούς π'αποθαμένοι κείτονταν στη γη
και ήρεμοι Ανάσταση ψυχής γυρεύαν.
Κιότεψαν ως κι οι μαύροι δαίμονες μπροστά
στης Σμύρνης τ'ανθρωπόμορφο, φριχτό καμίνι
κι αυτός ο χάρος λιποψύχησε θαρρείς
σαν είδε, τα χνώτα να μοιάζουν με γιαγκίνι.
Λες μίσος άγριο και τρώγει τις ψυχές
του Γραίκικου Θεού και του Αλλάχ του Τούρκου
δε φίλιωσαν ποτέ των δυο τους οι καρδιές
εχθροί-γειτόνοι του ματοβαμμένου βούρκου.
Σταυρώνουν τους παπάδες μες στις εκκλησιές
και θέλουν των Ρωμιών το Θιο να τον τουρκέψουν
μ' αφήνω σερνική ξωπίσω μου σπορά
τον τόπο τούτο να μην τον διαφεντέψουν.
Τα στήθια παραφουσκωμένα με καημό
π' αφήκανε τα στέφανα στο κονοστάσι
προγόνους τους σε κοιμητήρια λησμονιάς
χωρίς λαδιού το φως καντήλα να χορτάσει.
Καρδιά μου μη φθονήσεις άνθρωπο ποτέ
γιατί βαθιά θα σε ξερζώσω απ' τα σπλάχνα
συγχώρεση να δώκεις να 'σαι παστρικιά
σαν χάσικο ψωμί με μυρωμένη άχνα.
Μαρία Βρανά-Παπάλα
η μέρα ήταν, που οι ζωντανοί ζηλεύαν
αυτούς π'αποθαμένοι κείτονταν στη γη
και ήρεμοι Ανάσταση ψυχής γυρεύαν.
Κιότεψαν ως κι οι μαύροι δαίμονες μπροστά
στης Σμύρνης τ'ανθρωπόμορφο, φριχτό καμίνι
κι αυτός ο χάρος λιποψύχησε θαρρείς
σαν είδε, τα χνώτα να μοιάζουν με γιαγκίνι.
Λες μίσος άγριο και τρώγει τις ψυχές
του Γραίκικου Θεού και του Αλλάχ του Τούρκου
δε φίλιωσαν ποτέ των δυο τους οι καρδιές
εχθροί-γειτόνοι του ματοβαμμένου βούρκου.
Σταυρώνουν τους παπάδες μες στις εκκλησιές
και θέλουν των Ρωμιών το Θιο να τον τουρκέψουν
μ' αφήνω σερνική ξωπίσω μου σπορά
τον τόπο τούτο να μην τον διαφεντέψουν.
Τα στήθια παραφουσκωμένα με καημό
π' αφήκανε τα στέφανα στο κονοστάσι
προγόνους τους σε κοιμητήρια λησμονιάς
χωρίς λαδιού το φως καντήλα να χορτάσει.
Καρδιά μου μη φθονήσεις άνθρωπο ποτέ
γιατί βαθιά θα σε ξερζώσω απ' τα σπλάχνα
συγχώρεση να δώκεις να 'σαι παστρικιά
σαν χάσικο ψωμί με μυρωμένη άχνα.
Μαρία Βρανά-Παπάλα

